• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
world war n (large-scale international conflict)παγκόσμιος πόλεμος ουσ αρσ
 Government officials are doing all they can to prevent a world war.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
the First World War,
World War One,
World War I,
the Great War
n
(international conflict 1914-1919)ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, ο Α' παγκόσμιος πόλεμος φρ ως ουσ αρσ
the Second World War,
World War II
n
(international conflict of 1939-1945)Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος φρ ως ουσ αρσ
  Β' Παγκόσμιος Πόλεμος φρ ως ουσ αρσ
 The Second World War began on 3rd September 1939.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'World War' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση World War στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «World War».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!